|
Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης
Ο Φάρος της Αλεξανδρούπολης αποτελεί το σήμα κατατεθέν της πόλης.
Όταν στη δεκαετία του 1850 άρχισε να δημιουργείται ένας λιμενίσκος στον ίδιο χώρο που είναι το σημερινό λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, φάνηκε η ανάγκη εγκατάστασης κι ενός φάρου που θα διευκόλυνε τους ντόπιους ναυτικούς αλλά και τους ναυτιλλομένους από και προς τον Ελλήσποντο.
Έτσι δυτικά του λιμανιού, κτίστηκε ένας κυλινδρικός πύργος με φαρδιά βάση, από αρμολογημένη πέτρα, στην κορυφή του οποίου τοποθετήθηκε φάρος, δηλαδή πυρσός που χρησιμεύει στην ακτοπλοΐα και πελαγοδρομία. Το κτίσιμο του φάρου ανέλαβε η Γαλλική Εταιρεία Φάρων και Φανών της Μεσογείου.
Πόσος χρόνος χρειάστηκε για το χτίσιμο δεν είναι γνωστό. Εγκαινιάσθηκε και τέθηκε σε λειτουργία για πρώτη φορά την 1η Ιουνίου του 1880. Τότε λειτουργούσε με ασετιλίνη. Αργότερα λειτουργούσε με πετρέλαιο με τη μέθοδο της πυράκτωσης. Από το 1974 λειτουργεί με ηλεκτρικό ρεύμα αλλά διαθέτει και εφεδρικές φιάλες με ασετιλίνη για την περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος.
Επισκευές και μετασκευές στο κτίριο του φάρου έγιναν το 1946 και το 1955. Το 2002 αντικαταστάθηκε ο ηλεκτρολογικός εξοπλισμός του με νέας τεχνολογίας. Στην κορυφή του κτίσματος βρίσκεται ο θάλαμος του φανού.
Γύρω από το φανό περιστρέφεται ένας κοίλος καθρέφτης που στέλνει το φως στα τοποθετημένα γύρω του πρίσματα. Η κίνηση του καθρέφτη πριν χρησιμοποιηθεί το ηλεκτρικό ρεύμα απαιτούσε μια διαδικασία με αντίβαρα και τροχαλίες που φρόντιζε ο φαροφύλακας. Για να φτάσει κανείς στην κορυφή του πρέπει να περάσει τα 98 σκαλοπάτια του με τα έξι μεγάλα πλατύσκαλα. Δίπλα από κάθε πλατύσκαλο υπάρχει στενόμακρο παραθυράκι, προς τη νότια μεριά του, για να φωτίζεται το εσωτερικό του.
Το κτίριο του φάρου έχει ύψος 18 μέτρα από το έδαφος και 27 μέτρα (εστιακό ύψος) από τη μέση στάθμη της θάλασσας. Το στίγμα του είναι 40ο 50΄ 07΄΄ βόρειο, 25ο 52΄ 05΄΄ ανατολικό.
Χαρακτηριστικό του φάρου είναι τρεις λευκές αναλαμπές κάθε 15 δευτερόλεπτα (0,38 + 2,12 + 0,38 + 2,12 +0,38 + 9,62 =15 δευτ). Έχει φωτιστική φωτοβολία 24 ναυτικών μιλίων και η φωτεινή του δέσμη είναι ορατή σε απόσταση 44χλμ περίπου.
Λειτουργεί υπό την άμεση επιτήρηση προσωπικού της Υπηρεσίας Φάρων και είναι ένας από τους λίγους επιτηρούμενους φάρους που υπάρχουν σήμερα. Είναι το Ναυτικό σύμβολο της Αλεξανδρούπολης. Στα πλαίσια του εορτασμού της Ναυτικής Εβδομάδας του 1994, από το Σύλλογο Αρχαιόφιλων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Ν. Έβρου τοποθετήθηκε στην είσοδό του μαρμάρινη πλάκα με το ιστορικό του.
Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία
Η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία με το νεοκλασικό της κτίριο, καλύπτει την δυτική πλευρά του πάρκου Εθνικής Ανεξαρτησίας. Για περισσότερο από μισό αιώνα (1923-1947), ήταν το μοναδικό ανώτερο πνευματικό ίδρυμα σε όλη τη Δυτική Θράκη. Με το προσωπικό και τους σπουδαστές της ασκούσε την πολιτιστική της επίδραση στην πόλη της Αλεξανδρούπολης και έβγαλε χιλιάδες δασκάλους που σκόρπισαν τα φώτα της μάθησης σε όλη τη βόρεια Ελλάδα. Ευεργετήθηκε από δωρεές της οικογένειας του εθνικού ευεργέτη Ζαρίφη και πήρε το όνομά τους.
Το νεοκλασικό κτίριο χτίστηκε το 1923 και έως το 1934 λειτουργούσε ως Διδασκαλείο. Πρώτος Διευθυντής του Διδασκαλείου ήταν ο μεγάλος δάσκαλος και παιδαγωγός Θεόδωρος Κάστανος Το 1934 καταργήθηκαν τα Διδασκαλεία Δημοτικής Εκπαιδεύσεως και ιδρύθηκαν οι Παιδαγωγικές Ακαδημίες, με διετή κύκλο μεταγυμνασιακών σπουδών, που αρχικά θα ήταν έξι σε όλη την Ελλάδα. Στο χώρο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης Ακαδημία διεκδικούσαν αρκετές πόλεις.
Το Μάιο του 1934 ο Γυμνασιάρχης Ιωάννης Τέντες συναντήθηκε με τον καθηγητή του Διδασκαλείου Χαράλαμπο Καμπάνταη καί συνέταξαν υπόμνημα στο όποιο ανέπτυξαν όλα τα θετικά στοιχεία πού προσφέρει ή Αλεξανδρούπολη ως πνευματικό κέντρο.
Ύστερα από συνεννόηση με τον τότε Δήμαρχο κ. Αλτιναλμάζη, ανατέθηκε στον κ. Καμπάνταη να μεταβεί στην Αθήνα, για να επιδώσει τα υπομνήματα στον Υπουργό Παιδείας, τους βουλευτές και τον εγγονό του εθνικού ευεργέτη Γεώργιο Ζαρίφη, πού είχε κινήσει αγωγή κατά του δημοσίου για αποζημίωση, λόγω της παράληψης του κράτους να εκπληρώσει τους όρους της συμβάσεως πού είχε συνάψει με τον παππού του, μετά την πυρπόληση του Ζαρίφειου Διδασκαλείου της Φιλιππουπόλεως από τους Βουλγάρους το 1906.
Η αγωγή αυτή δεν είχε καρποφορήσει και ήταν μια ευκαιρία, για μια εκτόνωση της δοκιμασίας πού υπέστησαν οι εγγονοί του Ζαρίφη, να συνδεθεί το όνομα του Ζαρίφη με την Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως. Όπως αναμένονταν, ο Γ. Ζαρίφης έπαιξε αποφασιστικό ρόλο για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού.
Το Υπουργείο δέχτηκε το αίτημα και έγινε η σχετική συμφωνία με την οικογένεια Ζαρίφη (λέγεται ότι η οικογένεια Ζαρίφη παραιτήθηκε από τυχόν διεκδικήσεις της απέναντι στην Ελληνική Κυβέρνηση για τη μη εκτέλεση των όρων της Διαθήκης Ζαρίφη). Έτσι ονομάστηκε «Ζαρίφειος» η Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως.
Μετά την απόφαση για ίδρυση της Παιδαγωγικής Ακαδημίας στην Αλεξανδρούπολη, ο κ. Καμπάνταης προσκάλεσε τον κ. Ζαρίφη να επισκεφθεί την Παιδαγωγική Ακαδημία Αλεξανδρουπόλεως. Ο κ. Ζαρίφης αποδέχτηκε την πρόσκληση και η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε μετά ένα χρόνο, οπότε ο κ. Ζαρίφης πρόσφερε στην Ακαδημία μια σειρά από πνευστά όργανα, ένα πιάνο με ουρά και το σημαντικό για την εποχή εκείνη ποσό των 10.000 δρχ. για αγορά επίπλων.
Στη μεγάλη αίθουσα τελετών της Παιδαγωγικής Ακαδημίας δόθηκε δεξίωση, παρουσία των αρχών, των εκπαιδευτικών και πολλών τοπικών παραγόντων, όπου με τις προσφωνήσεις, τους χορούς, τα τραγούδια και τις άλλες εκδηλώσεις, η δεξίωση προσέλαβε διαστάσεις εθνικής γιορτής, που κατασυγκίνησε τον άνδρα, ο οποίος, με σκληρό αγώνα, χάρισε στην πόλη μας την Ακαδημία. Ο Δήμος Αλεξανδρούπολης, εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη του, έδωσε το όνομα του ευεργέτου Ζαρίφη στο δρόμο πού περνάει μπροστά από την Ακαδημία.
Η Ζαρίφειος Παιδαγωγική Ακαδημία λειτούργησε μέχρι το 1968, όταν καταργήθηκαν οι Παιδαγωγικές Ακαδημίες και δημιουργήθηκαν οι Πανεπιστημιακές Παιδαγωγικές Σχολές.
Η μορφή του Γεωργίου Ζαρίφη σε μαρμάρινη προτομή, έργο του γλύπτη Περαντινού, βρίσκεται στον κήπο του κτιρίου που τώρα στεγάζει τα πρότυπα δημοτικά σχολεία του Παιδαγωγικού Τμήματος του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης.
Πλατεία της Μητρόπολης - Λεονταρίδειος Σχολή
Αποτελεί οικιστικό κόσμημα, με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και τα σχολεία από τις δύο πλευρές της. Το παλιό γυμνάσιο από τη μία, το δημοτικό σχολείο από την άλλη, με τη νεοκλασική τους εμφάνιση, σχηματίζοντας το δίπτυχο της ελληνικής παιδείας και της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης και λατρείας.
Στη μέση βρίσκεται ο Μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου. Ναυτικοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της πόλης, στις αρχές του 20ου αιώνα κι έτσι τίμησαν τον προστάτη τους Άγιο Νικόλαο, κτίζοντας του περίλαμπρο ναό, με μαρμαρόγλυπτο τέμπλο. Μέσα στην εκκλησία, ξεχωρίζει η εικόνα της Παναγίας της Τριφώτισσας, που την έφεραν οι πρόσφυγες από την Αίνο, έργο του 19ου αιώνα. Είναι ανάγλυφη από ξύλο και σπάνιες χρωστικές ουσίες που δημιουργούν πλαστικά τα πρόσωπα και φυσικές πτυχές των ενδυμασιών της.
Αριστερά της Μητρόπολης βρίσκεται το παλιό γυμνάσιο, η ΛΕΟΝΤΑΡΙΔΕΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΡΡΕΝΩΝ ΔΕΔΕΑΓΑΤΣ, ένα νεοκλασικό κτίριο του 1909 δωρεά του Μαρωνίτη εμπόρου Αντώνη Λεονταρίδη, που ως το 1972 λειτουργούσε ως Γυμνάσιο, και σήμερα στεγάζει το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μητροπόλεως Αλεξανδρουπόλεως.
Εκτίθενται σ’ αυτό παλιές εικόνες εκκλησιών, από την Ανατολική και τη Βόρεια Θράκη, ξυλόγλυπτα τέμπλα και επισκοπικά άμφια, καθώς και ιστορικά έγγραφα της Θράκης. Ξεχωριστό τμήμα αποτελεί η πινακοθήκη με έργα Θρακών ζωγράφων, καθώς και η εκκλησιαστική βιβλιοθήκη, προσφορά του Μητροπολίτη κ.κ. 'Ανθιμου.
Το τρίπτυχο συμπληρώνεται με το παλιό δημοτικό σχολείο, όπου δίδαξαν μεγάλες δασκαλικές μορφές του τόπου όπως ο Αθ. Σπανός, υπόδειγμα εκπαιδευτικού και εθνικού αγωνιστή, που στο έργο του συμπεριλαμβάνεται και η φιλοτέχνηση τοπικών χαρτών, ο Άγγελος Ποιμενίδης, από τους πρωταγωνιστές της τοπικής πνευματικής ζωής και πρωτοπόρος στις αρχαιολογικές έρευνες και ο Θεόδωρος Χαραλαμπίδης, με τις παιδικές του χορωδίες.
Μέσα στο μικρό κήπο που καλύπτει τη μια πλευρά της πλατείας, στέκουν στα βάθρα τους, κατάλευκες στο πεντελικό μάρμαρο, οι μορφές των παλιών επισκόπων.
Μνημεία στις Φέρες
Ιερά Μονή Παναγίας Κοσμοσώτειρας
Στο νοτιοανατολικό άκρο του Νoμού Έβρου, τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά της Αλεξανδρούπολης και δίπλα στον θρυλικό ποταμό Έβρο και το Δέλτα του, δεσπόζει η σημερινή πόλη των Φερών με το Ναό της Παναγίας Κοσμοσώτειρας στο κέντρο της να την κοσμεί ως τις μέρες μας.
Το μοναστήρι της Παναγίας Κοσμοσώτειρας αποπερατώθηκε το 1152 από τον Σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό, γιο του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ του Κομνηνού και της Ειρήνης Δούκαινας.
Η Μονή περιλαμβάνει φρουριακό περίβολο (τείχη, πύργους, πύλη) και καθολικό στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου δικιόνιου ναού με πεντάτρουλη στέγαση. Ο εικονογραφικός διάκοσμος αποτελεί δείγμα της υψηλής τέχνης του 12ου αιώνα της Σχολής της Κωνσταντινούπολης.
Στη Ν.Α. γωνία του ναού υπάρχει εντοιχισμένο κεραμικό κόσμημα με θέμα τον αετό. Ο νάρθηκας έχει κατεδαφιστεί, άγνωστο πότε. Μεταγενέστερες επιδιορθώσεις έχουν δεχτεί, η κεντρική αψίδα και η πρόθεση. Μεταγενέστερες επίσης είναι και οι τέσσερις αντηρίδες εξωτερικά.
Η μονή ιδρύθηκε το 1152 από τον Ισαάκιο Κομνηνό. Ο Ισαάκιος συνέθεσε το τυπικό της μονής, στην οποία και τάφηκε. Η ίδρυση του μοναστηριού έγινε αιτία να δημιουργηθεί εδώ ένας νέος οικισμός, η Βήρα (σημερινές Φέρες ). Οι κάτοικοί της ήταν κυρίως εργάτες γης, που απασχολούνταν στα απέραντα κτήματα της μονής. Εξαναγκάστηκαν σε μετοίκιση από γειτονικά χωριά, που ανήκαν στην κυριότητα του Ισαάκιου.
Εδώ, σύμφωνα με τον ιστορικό Στέφανο Σίνο, έχουμε τη σπάνια περίπτωση αναγκαστικής μετακίνησης πληθυσμών ολόκληρων χωριών και ίδρυσης ενός νέου οικισμού, γύρω από ένα μοναστήρι. Η εξέλιξή της είναι αξιοπρόσεχτη. Ο Νικήτας Χωνιάτης στις αρχές του 13ου αι. αναφέρει ότι το 1183 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος 1ος, γιός του Ισαάκιου, επισκέπτεται τη Βήρα για να προσκυνήσει τον τάφο του πατέρα του.
Διακόσια χρόνια μετά, το καθολικό μετατρέπεται σε τζαμί του Σουλεϊμάν και πεντέμισι αιώνες αργότερα, πάλι σε χριστιανική εκκλησία.
Σήμερα λειτουργεί το καθολικό της μονής. Οι αναστηλωτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν αποκατέστησαν τη βόρεια, την ανατολική και τη νότια όψη του καθολικού.
Βυζαντινό Υδραγωγείο
Στη στροφή του δρόμου προς Φέρες, πάνω στον αρχαίο ποταμό Σαμία, φαίνεται το βυζαντινό υδραγωγείο που μετέφερε το νερό από μακρινή πηγή στον οικισμό της Μονής. Μεγαλοπρεπείς οι δύο καμάρες, ύψους 5 μέτρων, ανοίγματος 7 μέτρων και πλάτους 1,30 μέτρων. Χτισμένο πριν 800 χρόνια από πυρόλιθο με πλίνθους στους οριζόντιους αρμούς, με προσωπική επίβλεψη και φροντίδα του Ισαάκιου Κομνηνού.
Μεγάλη Βρύση
Στο βάθος της ρεματιάς είναι ακόμη η περίφημη "Μεγάλη Βρύση" (Κοτζά τσεσμές), που εξακολουθεί να παρέχει το χωνευτικό νερό της. Ο χείμαρρος του Κοτζά που διασχίζει την πόλη και τον αψίδωσαν οι Βυζαντινοί, για να κατασκευάσουν τα υδραγωγεία και της κρήνες της Βήρας, συνδέεται με τους θρύλους της πόλης. Μια βαθιά τομή του γρανιτένιου βράχου στην είσοδο της πόλης δημιουργεί ένα επιβλητικό τοπίο, όπου για δεκαετίες λειτούργησε νερόμυλος με την ορμή των νερών του. Εδώ χύνεται το χωνευτικό νερό και στο βάθος της ρεματιάς υπάρχει ο δρόμος που οδηγεί στο νέο οικισμό. Ο χώρος έχει αναπλαστεί και διαμορφωθεί σαν χώρος αναψυχής.
Αρχιτεκτονική στο Σουφλί
Αρχοντικό Μπρίκα
Ίσως το πλέον εντυπωσιακό ιδιωτικό κτίριο στην Ελληνική Θράκη.
Το τριώροφο αρχοντικό Μπρίκα έχει εξειδικευμένη αρχιτεκτονική κατασκευή με τις τονισμένες γωνίες, τις πλινθόκτιστες οδοντώσεις, τα τριπλά υπέρθυρα, τον έντονα προβαλλόμενο τριώροφο καμπύλο εξώστη και το ξύλινο αέτωμα με την ελαφρά τοξωτή βάση. Συνδυάζει επιτυχημένα τη βιοτεχνική αποστολή του με τη μεγαλοπρέπεια της δυτικής αρχοντικής προαστιακής βίλας. Εκτός από κατοικία του ιδιοκτήτη, χρησίμευε για εκτροφή μεταξοσκωλήκων, αποθήκη ξηρών κουκουλιών και παραγωγή μεταξόσπορου.
Χτίστηκε γύρω στα 1890, ειδικά για τις ανάγκες της σηροτροφίας και της παραγωγής μεταξόσπορου από ειδικούς μάστορες από την Προύσα και εδράζεται σε υπερυψωμένο λιθόκτιστο βάθρο. Ο ιδιοκτήτης του ήταν από τους λίγους παραγωγούς μεταξόσπορου στο Σουφλί και η οικογένεια του από τις ευπορότερες της πόλης.
Η ειδική κατασκευή του εξασφάλιζε συνθήκες κατάλληλες για την εκτροφή μεταξοσκωλήκων και την αποθήκευση ξηρών κουκουλιών. Το κτίριο αγοράστηκε προ ολίγων ετών από το Δήμο Σουφλίου, αποκαταστάθηκε κτιριακά και στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο Σουφλίου.
Το Κουκουλόσπιτο Καλέση (Δημοτικός ξενώνας “Το κουκούλι”)
Από τα πιο χαρακτηριστικά και ιδιόμορφα κτίσματα του Σουφλίου, που επιβάλλονται με τον όγκο τους στο χώρο, είναι τα "μπιτζικλίκια" (κουκουλόσπια), που εξυπηρετούσαν αποκλειστικά τις ανάγκες της σηροτροφίας.
Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι το "μπιτζικλίκι" του Καλέση. Χτίστηκε το 1850 και μέχρι το 1975 λειτουργούσε ως κουκουλόσπιτο. Τριώροφο κτίσμα συνολικού εμβαδού 490 τ.μ., λειτουργούσε ως αποθήκη ψημένων κουκουλιών. Εκεί γινόταν αγορά ψημένων κουκουλιών, ψήσιμο σε ειδικούς φούρνους και το στέγνωμα σε ειδικά κατασκευασμένους χώρους. μέχρι και αποθήκευση.
Το κτίριο είναι δείγμα "βιομηχανικής" αρχιτεκτονικής των αρχών του αιώνα. Το ισόγειο, εξωτερικών διαστάσεων 14 Χ 19 μ. με περιμετρική λιθοδομή χωρίζεται σε τρεις ζώνες από συστοιχίες ξύλινων στύλων. Το πρώτο πάτωμα είναι κτισμένο από υπερμπατική οπτοπλινθοδομή ενώ το δεύτερο που περιορίζεται στο μεσαίο τμήμα κλείνεται στις μακριές πλευρές από "τσατμά".
Οι δύο αυτοί όροφοι ήταν γεμάτοι από κρεβάτια για τους μεταξοσκώληκες. Στις καθαρά εργοστασιακές όψεις, συμμετρικά και ήρεμα και διαρθωμένες, με απλά πλίθινα ζωνάρια, πέτρινα αγκωνάρια στο πρώτο πάτωμα και πλίνθινες παραστάδες στο δεύτερο, διακρίνονται οι σιδηροδεσίες που εξασφαλίζουν τη συνεργασία του περιβλήματος με τον ξύλινο σκελετό.
Όλο το κτίριο έχει μεγάλα ξύλινα κουφώματα για να εξασφαλίζεται ο κατάλληλος φωτισμός του χώρου και χοντρούς εξωτερικούς τοίχους 70 εκ., που επιτρέπουν να διατηρείται σταθερή θερμοκρασία. Το κτίριο αγοράστηκε στις αρχές του 1994 από το Δήμο Σουφλίου αποκαταστάθηκε και χρησιμοποιείται πλέον ως Δημοτικός Ξενώνας.
”Το κουκούλι”
Ολώρου 4
68400, Σουφλί
τηλέφωνο: 25540 22400
Μεταξουργείο Τζίβρε Σουφλίου
Η παραγωγή των κουκουλιών και ειδικά η επεξεργασία τους εξελίσσονται γρήγορα με την άφιξη νέων τεχνικών. Στις αρχές του 20ου αιώνα χτίζονται οργανωμένες μονάδες - εργοστάσια, που απασχολούν αρκετές εργάτριες και εργάτες.
Το βασικότερο βιομηχανικό συγκρότημα της πόλης αποτελούσε το μεταξουργείο της οικογένειας Τζίβρε που χτίστηκε από τον ιταλό Ceriano το 1910. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις του εργοστασίου αναπτύσσονται σε ένα οικόπεδο 10.500 τ.μ.
Αποτελείται από 13 κτίσματα, από τα οποία τα σημαντικότερα είναι η τριώροφη αποθήκη κουκουλιών, συνολικού εμβαδού 469 τ.μ. και όγκου 5.900 κ.μ., με ξύλινα κρεβάτια σε όλο το ύψος της, συνολικής επιφάνειας 2.915 τ.μ. Περιλαμβάνει επίσης το ξηραντήριο (δηλαδή το χώρο απόπνιξης των κουκουλιών σε ειδικούς φούρνους), το υφαντήριο, με 24 υφαντικούς ιστούς και κλωστήριο, και το μεταξουργείο - αναπηνηστήριο, εμβαδού 500 τ.μ. με 94 αναπηνηστικές λεκάνες.
Το συγκρότημα αγοράστηκε από τον Δήμο Σουφλίου και σχεδιάζεται να αναστηλωθεί σε τεχνολογικό Μουσείο και πολύκεντρο.
Μνημεία στην Σαμοθράκη
Οι Πύργοι της Σαμοθράκης (Πύργοι Γκατιλούζι)
Γύρω στο 1430 η Σαμοθράκη περιέρχεται στην κυριαρχία της Γενουάτικης οικογένειας των Gattilusi. Ο ηγεμόνας Παλαμήδης Gattilusi την οχύρωσε για να την προστατεύσει από τους Τούρκους και τους πειρατές, όπως μαρτυρούν οι πύργοι της Χώρας, της Παλαιόπολης και του Φονιά. Τα Γενουάτικα οχυρά που παραμένουν μέχρι σήμερα αποτελούν σημαντικά μνημεία και παραδείγματα υστεροβυζαντινής φρουριακής αρχιτεκτονικής του ελλαδικού χώρου.
Δυτικά της Χώρας, στην κορυφή του απόκρημνου και δεσπόζοντος βραχώδους λόφου σώζονται τμήματα οχύρωσης. Η θέση αυτή πρέπει να τειχίστηκε από τους Γκατιλούζι γύρω στο 1430, πάνω σε παλαιότερο βυζαντινό κάστρο του 10ου αιώνα, όταν οι κάτοικοι αποσύρθηκαν από την Παλαιόπολη προς το εσωτερικό προκειμένου να αποφύγουν τις πειρατικές επιδρομές.
Οι Γκατιλούζι δεν οχύρωσαν μόνο την Χώρα. Στην Παλαιόπολη πάνω στον επιβλητικό βραχώδη λόφο, κοντά στο αρχαίο λιμάνι ίδρυσαν φρουριακό συγκρότημα που αποτελείται από τρεις πύργους. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιήθηκε αρχαίο δομικό υλικό άφθονο στη γύρω περιοχή.
Στο ακρωτήρι, εκεί που εκβάλλει ο Φονιάς βρίσκεται μεμονωμένος ο Πύργος του Φονιά, ένα από τα απομεινάρια των κάστρων των Γκατιλούζι, να δεσπόζει στις εκβολές του ρέματος δίπλα στη θάλασσα.
|